Μισός αιώνας Μποστ

Standard

 

 Γράφει ο Νίκος Μπελογιάννης

Image

Το 1959, με το σχέδιο ‘Περικλής’ για τρομοκράτηση του κόσμου της Αριστεράς (που είχε αναθαρρήσει με τον εκλογικό θρίαμβο της ΕΔΑ τον προηγούμενο Μάιο), ξανάρχισε η ‘Αυγή’ να πουλιέται ημιπαράνομα, τυλιγμένη σε άλλη εφημερίδα. Κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο (Γ’ δημοτικού τότε) πήγαινα στο περίπτερο της οδού Κοδριγκτώνος και την παραλάμβανα συσκευασμένη μέσα στα ‘Νέα’ ή την ‘Ελευθερία’ ή, μια φορά τη βδομάδα, στον ‘Ταχυδρόμο’ και την κουβαλούσα θριαμβευτικά στο σπίτι. Ετσι πρόσεξα στις σελίδες του ‘Ταχυδρόμου’ κάτι σκίτσα που καθόλου δεν έμοιαζαν π.χ. με τα πιο οικεία, αυτά του Φωκίωνα Δημητριάδη. Μου κίνησαν την περιέργεια, επειδή είχαν σταυροφόρους, θέμα προσφιλές στην παιδική λογοτεχνία της εποχής. Ομως και πάλι, η θεματολογία ούτε τα ιπποτικά μυθιστορήματα θύμιζε. Χώρια που τσαντιζόμουν, γιατί π.χ. οι μεγάλοι γελούσαν με το σκίτσο που δεν καταλάβαινα, όπου ένας ιππότης με κιθάρα (μαντολίνο, τέλος πάντων , κάτι τέτοιο) έκανε καντάδα σε μια πυργοδέσποινα και ο τίτλος ήταν ‘Σταυροφόρος παίζων με πάθος το όργανόν του’. Φυσικά όλοι απέφευγαν επιμελώς να εξηγήσουν στο οχτάχρονο πιτσιρικά.

 Γρήγορα η θεματολογία έγινε πολύ πιο βατή. Η διαπλάτυνση της Πανεπιστημίου και της Κοραή, όταν έσπασαν όλα τα φρεάτια και πλημμύρισε η Αθήνα με ποντίκια, ήταν καθημερινό θέμα. Η ποντικίνα Ιφιγένεια εν Παυλίδι, το μικρό ποντικάκι που έβγαινε μέσα από την πάστα τσεβδίζοντας ‘Τσίτα με να σε τσιτώ…’ (το μυόπληκτο ζαχαροπλατείο του Τσίτα ήταν στην Πανεπιστημίου απέναντι απο την Ιπποκράτους) έβγαλαν φοβερό γέλιο, ώσπου πλέον να μπουν στην ζωή μας η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα και να μας συντροφέψουν επί χρόνια, σχολιάζοντας ανελέητα κάθε βδομάδα τους πάντες και τα πάντα. Η θεατρική μεταφορά τους στην Όμορφη Πόλη’ το καλοκαίρι του 1962 προκάλεσε εκστρατεία από την Αίγινα ειδικά για την παράσταση.

 1963, η ΕΡΕ χάνει τις εκλογές και αρχίζει στην ‘Αβγή’ (με β πάντα) η ‘Αλληλογραφεία με τον Κόστα’, ο οποίος πλέον ευρίσκετο εις ‘την Ελβετίαν της Ζυρίχης’. Και φτάνουμε στον Μάιο του 1965. Σηκώνεται η αυλαία στο θέατρο ‘Βεάκη’ και η Ντίνα Κώνστα ‘ακούει ήχον κώδωνος΄, ξεκινώντας το πιο παραληρηματικό ως τότε μποστικό κείμενο. Οσες φορές κι αν δει κανείς την ‘Φαύστα’, όλο και κάτι καινούργιο ανακαλύπτει.

 Στην εξαετία 67-73 μόνη μποστική συντροφιά είχαμε τα ζωγραφισμένα μπουκάλια και ποτήρια από το μαγαζί στην Ομήρου, που τα ανταλλάσσαμε για δωράκια ως φοιτητές. Με το δημοψήφισμα του Παπαδόπουλου εμφανίζεται στο ‘Αντί’ το Τέρας του Λόχ-ΝΑΙ και συμβάλλει στην αντιδικτατορική ζύμωση. Μεταπολίτευση, οι χουντικοί στην Τζια, όλες οι συνεχείς πολιτικές ανακατατάξεις περνούν από τα σκίτσα.

 Το 1978 αρχίζει μια ολιγόχρονη σιγή, που θα μπορούσαμε να την αποδώσουμε στο πέρασμα του Μποστ από την πνευματική μέγγενη του Περισσού. Η απομάκρυνσή του από εκεί γίνεται ευκαιρία να δούμε τα πιο απολαυστικά θεατρικά του, την ‘Μαρία Πενταγιώτισσα’ και, ως κορύφωση του σουρεαλιστικού μποστικού λόγου, την ‘Μήδεια’.

 Ο Μποστ για πολύ κόσμο έχει ταυτιστεί με τις ανορθογραφίες, πράγμα λανθασμένο αν εκλάβουμε τις ανορθογραφίες ως αυτοσκοπό. Η μποστική γραφή έχει συνοψίσει την αγραμματοσύνη του κοινοτάρχη, του χωροφύλακα, του αξιωματικού των δεκαετιών 50-60 και όταν ο Μποστ ανορθογραφεί, αυτό γίνεται συντεταγμένα, ώστε κάθε λέξη να θυμίζει κάποια άλλη. Το ‘υπουργείον’ πάντα γράφεται ‘ιππουργείον’. Οταν κάποιος δεν κάνει δηλώσεις, δεν ‘τηρεί’, αλλά ‘τυρί σιγήν’. Εχοντας θείο τον φιλόλογο Θεόδωρο Βοσταντζόγλου, είχε άψογη γλωσσική κατάρτιση, κοινώς ήξερε τόσο καλά ελληνικά, ώστε να επινοήσει μια παράπλευρη γλώσσα, με δικούς της, χαλαρούς βέβαια, κανόνες- πάντα χάριν της ρίμας! Για παράδειγμα, η γενική υποκαθιστά τις άλλες πτώσεις χωρίς ενδοιασμούς (Ο Πειναλέων ρωτάει «Μαμά, ποίων μήνων βγαίνουν των μανδαρίνων», για να πάρει απάντηση «Των μανδαρίνων βγαίνουν των μήνων των χειμερίνων»). Ισως εδώ, λόγω πολίτικης καταγωγής, να υπάρχει επηρεασμός από την τουρκικήν, η οποία κάνει κατάχρηση της γενικής. Από την άλλη, η μετοχή πολύ εύκολα αντικαθιστά το ρήμα σε μια πρόταση, ενώ πολλά ουσιαστικά απροσδοκήτως γίνονται τριτόκλιτα («Οάσεις ονομάζομεν λωρίδας επιμήκεις/ Με κελαρύζοντα νερά και άφθονους φοινίκεις», διδάσκει η Φαύστα).

 Σε μια εποχή ευτελισμού και εξευτελισμού των πάντων, με πρώτη την ελληνική γλώσσα, που αντικαταστάθηκε τελείως από τα greeklish του Ιντερνετ, είναι αδύνατον οι νεώτεροι να απολαύσουν έστω και ένα κλάσμα από τον μποστικό λόγο. Αν δεν ξέρεις ελληνικά, δεν μπορείς να εντοπίσεις την εκ προμελέτης ανορθογραφία και ασυνταξία, που κρύβει σχεδόν πάντα κάποιο μικρό μήνυμα. Η έκθεση με τα σκίτσα μισού σχεδόν αιώνα στο Μουσείο Μπενάκη έδωσε μια αφορμή για να αισθανθούμε ότι βγήκαμε κερδισμένοι από την πολύχρονη επίδραση του μποστικού σουρεαλισμού.

 ******Το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ και το Μουσείο Μπενάκη οργάνωσαν μια έκθεση αφιερωμένη στο γελοιογραφικό έργο του Μποστ και επικεντρωμένη κυρίως στη γελοιογραφική σάτιρά του, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο την περίοδο 1950-1980, με τίτλο «Chercez να Φαμ! Μποστ του Τύπου».

  Λειτουργεί στο κτίριο της Οδού Πειραιώς και θα διαρκέσει έως τις 19 Μαΐου. Ενα ενδιαφέρον σκέλος της είναι  και το τιμητικό αφιέρωμα στον Μποστ από σύγχρονους γελοιογράφους, όπου το παρόν συνδιαλέγεται με το παρελθόν, ωθώντας μας, όχι μόνο να γελάσουμε με τα «χάλια» μας, αλλά και «να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε».

Image

Αυτή είναι η συμμετοχή του Κώστα Κουφογιώργου

Advertisements